Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

Το κάλεσμα του φεγγαριού

Νιώθω το φεγγάρι να με καλεί στα σκοτεινά μονοπάτια του. Προχωράω, στο δάσος, μόνη γυμνή από αισθήματα...

Κρατάω πάντα σφιχτά στο δεξί μου χέρι το μικρό μου στιλέτο με την δηλητηριασμένη μύτη. Ο κίνδυνος παραμονεύει πίσω από τα ψηλά δέντρα, που μοιάζουν ζωντανά. Ο προορισμός μου είναι η "Ασημένια λίμνη". Εκεί θα βαπτιστώ κάτω από τις αχτίδες του φεγγαριού και ποτέ ξανά δεν θα είμαι η ίδια. Ακούω τους λύκους να αλυχτάνε, με φωνάζουν, με περιμένουν, εμένα. την ιέρεια της 'Αρτεμις.

Προσπαθώ να ξεφύγω από τον τρόμο είναι μάταιο, όλες οι αναμνήσεις μου, με κυνηγάνε.
Πρέπει να φτάσω... Πρέπει... Για να σωθώ...

Φωνές στο κεφάλι μου, κοντεύουν να με τρελάνουν, δεν πρέπει να αφήσω τα πνεύματα των νεκρών να με κυριεύσουν. Τρέχω! Κλείνω τα αυτιά μου και τρέχω! Το φόρεμα μου, μπλέκεται σε κάτι θάμνους που μοιάζουν σαν να έχουν χέρια και να με τραβάνε πίσω, με τραβάνε πίσω! Βλέπω πρόσωπα, πρόσωπα γνωστά και μισητά. Γελάνε. Γελάνε με μανία, τους κοιτάζω και τους φτύνω, αυτό τους εξόργισε.

Μου κόπηκε η ανάσα... Τα πόδια μου λύγισαν και έπεσα στο έδαφος.Τους άκουγα από πίσω μου να γελάνε σαρδόνια. Κοίταξα μπροστά μου. Η "Ασημένια Λίμνη", αναφώνησα. Ή μήπως ήταν ένα διαβολικό κόλπο τους;

Βγάζω το φόρεμα μου, και αφήνω το ασημένιο βραχιόλι στο πόδι μου, μόνο. Το νερό είναι ζεστό και τόσο λυτρωτικό.  Τα γέλια σταματάνε και ακούγονται κραυγές. Κραυγές που θα ακούγονται αιώνια και οι κοινοί θνητοί θα αναρωτιούνται το γιατί...

Οι λύκοι με πλησιάζουν γουργουρίζουν καθώς τους ακουμπάω με το γυμνό μου σώμα και αποκοιμιέμαι πάνω τους. Η 'Αρτεμις χαμογελάει και μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Το φεγγάρι με λούζει με το πλούσιο φως του. Η αναζήτηση μου μόλις ξεκίνησε.

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

Η μούσα

Ποιος κρυμμένος πόθος,
ποιο κρυμμένο μαρτύριο σε βασανίζει,
μούσα?

Γιατί κανείς δεν σε αναγνωρίζει πια,
γιατί κανείς δεν σε ρωτά?

Και καθώς φέρνεις τα χέρια σου,
πάνω από το κεφάλι σου,
και καθώς το μαχαίρι κόβει
την λευκή σου σάρκα,
τρέχει το αίμα σου ποτάμι..
τρέχει το αίμα σου ποτάμι..

Και ανοίγεις το στόμα σου για να πιεις
το αίμα σου, το αίμα του μαρτυρίου σου..

Ο γιος σου σε κοιτάζει αποχαυνωμένος
και στα χεράκια του κρατάει ένα κερί
το οποίο λιώνει και στάζοντας πάνω του
τον ωριμάζει, τον κάνει άντρα..

Και όπως σε βλέπει πεσμένη,
γλυκιά μου μούσα, να πίνεις το αίμα σου
ανάβει η επιθυμία μέσα του
και έρχεται να σου κάνει έρωτα.

Και εσύ γελάς στο μαρτύριο σου
γιατί γνωρίζεις ότι όταν σε αφήσει έγκυο
θα πεθάνει και αυτός όπως όλοι οι
προηγούμενοι..

Όπως όλοι οι προηγούμενοι..

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Feast over the flesh

.. Και σαν το κρύο σου χέρι θα με ακουμπήσει,
και σαν τα χείλη σου με χρώμα σάπιου φύλλου με φιλήσουν,
και σαν τα μακριά μαλλιά σου ακουμπισμένα στο μαξιλάρι
θα θέλουν να σε ταξιδέψουν, τότε θα έρθω.

Τότε θα έρθω να σε κάνω ερωμένη μου,
τότε θα έρθω να σου δείξω μυστήρια του σύμπαντος,
τότε θα καταλάβεις όσα ποτέ δεν μπόρεσες,
τότε η θύμηση σου θα έχει εξατμιστεί..

Αγκίστρια χίλια κομματιάζουν την καρδία μου,
αγκίστρια χίλια με σέρνουν τραβώντας με σε λαβύρινθο σκοτεινό,
αγκίστρια χίλια με αόρατα χέρια με παίζουν σαν μαριονέτα.

«Χαμογέλα!» Προστάζει ο αφέντης.
«Κλάψε!» Μουρμουρίζει η πριγκίπισσα.
«Σκέψου!» Λέει ο σκλάβος.
«Αγάπα!» Κλαψουρίζει ο τρελός.

Λίγο πιο πέρα, σαν σπασμένη κούκλα πλέον,
στέκεται όρθιο το φάντασμα του πατέρα μου.
Διαλύεται όμως σε σκόνη και θειάφι, αλλόκοτο για τον κόσμο ετούτο.

Λίγο πιο πέρα, σαν κρύο άγαλμα πλέον,
στέκεται όρθιο το φάντασμα της αγαπημένης μου.
Διαλύεται όμως σαν γαλάζιο σύννεφο, αλλόκοτο για τον ονειρικό μου κόσμο.

Λίγο πιο πέρα, σαν φτερωτό φίδι πλέον, με χαραγμένα σύμβολα στην πλάτη,
στέκεται κουρασμένο το φάντασμα του εαυτού μου.
Δεν διαλύεται γιατί περιμένει..
Μετράει κόκκινες μαργαρίτες, βαμμένες από δηλητηριώδη κισσό..
«Αργεί.. Αργεί πολύ η Αρχόντισσα.. » είπε, απευθύνοντας μου τον λόγο.
«Το ξέρω..» του απάντησα. «Το ξέρω..»

Δεν του είπα ποτέ την αλήθεια.

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Το κάλεσμα του αγγέλου

Λευκό είναι το δέρμα σου και τα χέρια σου απαλά,
Μελαγχολικά είναι τα χείλη σου και τα μάτια σου καρφιά,
Κοιτάς με παράπονο τα σκαλιστά παράθυρα.

Τα χρώματα σε εξοργίζουν καθώς
Σου θυμίζουν.
Τα χρώματα σε ζαλίζουν καθώς
Τα κοιτάς και όμως..

Σου λείπουν αυτά που ποτέ δεν τόλμησες να ζητήσεις,
Σου λείπει η μουσική που ποτέ δεν έπαιξες στο βιολί σου,
Σου λείπει αυτό το χρώμα που ποτέ δεν φόρεσες.

Στέκεσαι ακίνητος και αεικίνητος, μήπως κάποιος σε καταλάβει.
Ποτέ όμως δεν πρόσεξες, ότι κάποιος σε βλέπει.
Ποτέ όμως δεν πρόσεξες ότι κάποιος σε κάλεσε για αυτό
Και είσαι εδώ.

Βρίσκεσαι εδώ, σε αυτόν τον κόσμο των σκιών, πολύ καιρό.
Ακούς φωνές, ουρλιαχτά, από παλιά σου συναισθήματα,
Βαθιά θαμμένα και αυτό σε πονάει.

Νιώθεις πόνο, ακόμα και οι άγγελοι πονάνε,
Και ας ρέει στις φλέβες τους φως,
Και φοβάσαι ότι αρχίζεις να γίνεσαι αυτό που δεν θες.

Χαμένος είσαι και τρέχεις, και καθώς τρέχεις τα μαλλιά σου
Αυτά τα υπέροχα μακριά μαλλιά σου, μοιάζουν με
Στάχυα, χλωμά και κίτρινα.

Σου φωνάζω, να μην φοβάσαι,
Γιατί δεν είσαι τυφλός, έχεις εμένα για οδηγό,
Σου φωνάζω, μείνε,
Οι άνθρωποι δεν θα σε βλάψουν, θα σε κρύψω.

Διστάζεις και κοιτάς πίσω, με βλέπεις,
Είμαι που σου φωνάζω.
Σκοντάφτεις πάνω σε δύο κούκλες,
Έναν στρατιώτη και μια μπαλαρίνα.

Αναρωτιέσαι τι σου θυμίζουν,
Ενώ βλέπεις μπροστά σου μια μνήμη του παρελθόντος,
μια ξεχασμένη μνήμη Χριστουγέννων.

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Dark matters

The dawn comes inside a golden chariot,
And white wings in her forehead,
Her children's laugh sound happy
(As lovers whispering)
and sweet as honey.

You feel the warmth inside you,
As the silver river feels the rain
Coming down.

The valleys always green and white,
Standing there as keepers to
A mythical treasure,
But in God's will there is no measure.

Houses small like marshmallow
And color jasmine yellow.
Wonders in the wonderland
Where no one raises his land.

So, when the night comes,
No birds fly,
No leaves grow,
No child sings...

The air is cold and with the mature
Vanilla's smell...
So pure, so white.

The stars glow is stolen away,
Lying underneath dust and blood.

And the wolf crying:
"There are several nights that I amstanding here... alone...
under the safe veil of the black moon...
Forgive me father, for I have to sin,
Damn me father for I have to live..."

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

Ρωμαίος και Ιουλιέτα

Mια φορά και έναν καιρό, σε ένα άσπρο και μεγάλο τροχόσπιτο ζούσε μια κοπέλα που όλοι την φώναζα Ιουλιέτα, γιατί έβγαινε έξω μόνο κάθε Ιούλιο.

Μια φορά και έναν καιρό, σε έναν παλιό και μαυρισμένο απο τον καιρό φάρο, ζούσε ένα αγόρι που όλοι τον φώναζαν Ρωμαίο. Έτσι φώναζε ο γέρος του φάρου τον γάτο του και έτσι ονόμασε και το μωρό όταν το βρήκε ένα κρύο πρωινό του Δεκέμβρη.

Η Ιουλιέτα φορούσε πάντοτε ένα καφέ φόρεμα και ένα άσπρο πουκάμισο. Η ντουλάπα της ήταν γεμάτη απο 199 τέτοια φορέματα και 198 πουκάμισα. Το ένα το είχε κάψει στο σίδερο.

Ο Ρωμαίος ήταν ωραίος και ωραιοπαθής και όποτε διαπίστωνε ότι το είδωλο του στον καθρέπτη είναι πιο όμορφο απο αυτόν, τον έπαιρνε και τον έσπαγε στον τοίχο για να κοιτάξει τα θραύσματα ενός άσχημου Ρωμαίου γιατί κανείς δεν επιτρεπόταν να είναι πιο όμορφος απο αυτόν.

Αν και έμεναν στην ίδια πόλη αυτοί οι δύο δεν είχαν ποτέ συναντηθεί, δεν είχα ποτέ διασταυρωθεί οι ματιές τους όπως δύο φλόγες που δεν γνωρίζει η μία την ύπαρξη της άλλης, έτσι φούντωσε ο έρωτας και η αγωνία τους μόλις είδε ο ένας τον άλλον να στρίβει στην γωνία.

"Μα πόσο υπέροχο πλάσμα ήταν αυτό?" αναφώνησε ο Ρωμαίος
"Ο θεός έρωτας κατέβηκε στην γη!" είπε ριγώντας ολόκληρη η Ιουλίετα.

Και απο τότε δεν πέρασε ούτε μέρα που να μην σκεφτεί ο ένας τον άλλον, που να μην δημιουργηθούν μαύρα σύννεφα απο την στεναχώρια τους που δεν έβλεπαν ο ένας τον άλλον μέχρι που αγάνακτησαν οι κάτοικοι της πόλης απο την πολύ βροχή και αποφάσισαν να πάρουν την Ιουλίετα απο το χέρι και να την κατευθύνουν στον απόκρημνο φάρο.

"Μα δεν είναι Ιούλιος ακόμα! Αν βγώ τώρα απο το τροχόσπιτο δεν θα με ξαναφωνάξετε Ιουλίετα!" φώναζε και οδυρόταν.

"Έλα να δεις τον αγαπημένο σου" της απαντούσαν οι κάτοικοι "και κανείς δεν θα ξεχάσει τα ονόματα σας μιας και σε αυτά θα βασιστούν και άλλοι εραστές, θα γίνετε ποιήματα, ταινίες, ανέκδοτα αλλά και σοκολάτες! Έλα, μην αργείς γιατί θα καταντήσουμε Βενετία!"

Το τελευταίο άρεσε στην Ιουλιέτα γιατί σίγουρα δεν θα υπήρχε σοκολάτα γλυκήτερη απο τον Ρωμαίο της.

Όταν έφτασε το εξοργισμένο πλήθος με την Ιουλιέτα κάτω απο τον φάρο, ο Ρωμαίος ήταν τόσο απασχολημένος μέσα στην μπανιέρα του με τα αρωματικά άλατα που δεν μύρισε καθόλου τι γινόταν κάτω απο τον φάρο. Μόνο μετά απο 3 ώρες που είχε βγάλει λέπια και είχε γίνει γοργόνος άκουσε το σούσουρο κάτω απο το μοναδικό μάτι του φάρου - κύκλωπα.

Οι αργόσχολοι, οι υπομονετικοί και τα παιδιά που δεν έφυγαν απαιτούσαν απο τον Ρωμαίο να σταματήσει τις άσχημες σκέψεις μιας και του έφεραν αυτό που ποθούσε η καρδούλα του. Με μιας η Ιουλιέτα πέταξε με τα φανταστικά φτερά απο παγώνι που είχε στους ώμους της και βρέθηκε στην αγκαλιά του Ρωμαίου της. Παρ' όλα αυτά αν και βγήκε ήλιος άρχισε να χιονίζει.

"Με ήλιο και βροχή, παντρεύονται οι φτωχοί...
Με ήλιο και με χιόνι, παντρεύονται οι αρχόντοι...
Με ήλιο και φεγγάρι, παντρεύονται οι όνοι..."

άρχισε να τραγουδά το πλήθος καθώς έφευγε.

"Όνοι?" είπε ένα παιδάκι το οποίο χάλασε την συγχορδία. Περιττό να πούμε ότι βρέθηκε μετά πεθαμένο στο κρύο γεμάτο μώλωπες απο ρόπαλα.

Το πλήθος συνέχισε το γλοιώδες τραγούδι του.

Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα γρήγορα βρέθηκαν στο κρεβάτι, με τα ρούχα μιας και η ηθική τους δεν τους επέτρεπε κάτι άλλο. Ψιθύριζαν λόγια αγάπης, λόγια ερωτικά, λόγια μαλακά. Φιλιόντουσαν με φιλιά, ζωντανά, φλογοβόλα, ψυχεδελικά σχεδόν.

Η Ιουλιέτα, αφού τον κοίταξε στα μάτια, δάγκωσε το αυτί του και του το ξερίζωσε. Το έφαγε και με το στόμα της γεμάτο αίματα τον φίλησε, αφήνοντας τον να της δακώσει και να της σκίσει τα ζουμερά χείλη της.

Αφού φαγωθήκαν με αυτόν τον τελετουργικό τρόπο, πάντα κοιταζόντας ο ένας στα μάτια τον άλλον, πέθαναν. Τότε ο ήλιος που ήταν κρυφά ερωτευμένος με την Ιουλιέτα σταμάτησε να ανατείλει σε αυτήν την πόλη και ονομάστηκε "Η ψυχοραγούσσα πόλη".

Μετά απο πολλά, πολλά χρόνια και 8 μήνες, ένα νέο άτομο βρέθηκε να διεκδικεί τον πύργο. Μια χήρα συγγραφέας, ετών 26, με δύο ονόματα και τέσσερα επίθετα. Βρήκε τα πτώματα των δύο εραστών ανέπαφα, με τα πόδια τους ενωμένα, τυλιγμένα με ένα σάβανο που είχε βαφτεί με το αίμα τους και ήταν σε σχήμα καρδιάς. Απο πάνω τους, ο χάρος, σκονισμένος και με την λεπίδα του σκουριασμένη, να κοιμάται και να έχει αφήσει το καθήκον του.

Η συγγραφέας με τα δύο ονόματα και τα τέσσερα επώνυμα, τίναξε τα μακριά κόκκινα μαλλιά της, λίγο πιο κοντά απο της Ραπουνζελ, και τον ξύπνησε. Του ετοίμασε καφέ της παρηγοριάς και ούισκυ και τον ερωτεύτηκε για πάντα.

Τέλος...(Υποθέτω...)

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Andrenaline Junkie

"Μέγας αναβάτης άγριων Αραβικών αλόγων, εξευρενητής όλων των γνωστών φυτειών κόκκων καφέ και δεινός δεινοσαυρολάτρης, ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΗΚΕ!"

"Μέγας αναβάτης άγριων Αραβικών αλόγων, εξευρενητής όλων των γνωστών φυτειών κόκκων καφέ και δεινός δεινοσαυρολάτρης, ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΗΚΕ!"

"Μέγας αναβάτης άγριων Αραβικών αλόγων, εξευρενητής όλων των γνωστών φυτειών κόκκων καφέ και δεινός δεινοσαυρολάτρης, ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΗΚΕ!"

...επανέλαβε τρείς φορές το μεγάφωνο της πόλης και ύστερα τα 'φτυσε. Έγλυψε με την μικρή γλωσσίτσα του τα μεταλλικά, τετράγωνα χείλη του και έπεσε για ύπνο. Αύριο ξημέρωνε μια άλλη μέρα.

Όλοι στην πόλη κατάλαβαν για ποιον μιλούσε αλλά επειδή είχαν δύο μέρες να κουτσομπολέψουν οι κάτοικοι, κάνανε πηγαδάκια και μιλούσαν χαμηλόφωνα, με νοήματα, με τηλεπάθεια αλλά και στην γλώσσα των ψαριών ώστε αν κάποιος μοναχικός απερίσκεπτος ξένος ήθελε να ακούσει να άκουγε ένα μονότονο "φα, ρε, φα!"

Πολλοί είπαν ότι έπεσε θύμα του μυστηριώδους screen saver που έχουν όλοι οι σύγχρονοι υπολογιστές και μοιάζει με εξομοιωτή πτήσης στα αστέρια. Βυθίστηκε τόσο πολύ σ' αυτό, που με τα μάτια του άνοιξε μια μαύρη τρύπα η οποία τον ρούφηξε και τον ξαπόστειλε στο νησί των Lemmings.

¶λλοι υποστήριξαν ότι τον σκότωσαν οι "μάγισσες του δάσους". Αυτές ήταν νιές και γέρασαν. Κάθε χρόνο στην πόλη, όταν ήταν ακόμα μικρή τα νεαρά κορίτσια πήγαιναν στο δάσος και μάζευαν όλα τα λουλούδια που φύτρωναν εκεί. Όμως ένα τόσο βάρβαρο έθιμο έκανε κακό στην φήμη της πόλης και αποφάσισαν να το διαγράψουν οριστικά απο τις μνήμες τους. Μόνο "οι μάγισσες του δάσους" το τηρούσαν με θρησκευτική ευλάβεια.

Στο πηγαδάκι ψηλά στον λόφο, οι γείτονες του κατηγορούσαν την Ρίνα Μπαλαρίνα, μια πρώην σχέση του. Η Ρίνα Μπαλαρίνα, είχε ως χόμπυ την σπηλαιολογία και κάθε βράδυ κοιμόταν ανάποδα σαν τις νυχτερίδες. Είχε αποκτήσει και τις συνήθειες τους, ήταν μισότυφλη και μασουλούσε τα πόδια της.

Σε ένα μοναχικό πηγαδάκι, που αποτελούνταν απο ένα μωρό, μια λεύκα και μια κεφαλή σελοτέιπ, γνώριζαν την αλήθεια αλλά δεν την απόκαλυψαν σε κανέναν.

Οι τρελοί του τρελοκόμειου υποστήριξαν ότι τον είδαν να κρύβεται στην ουρά ενός σκύλου αλλά κανένας δεν τους πίστεψε γιατί δεν αποδημούσαν σκύλοι εκείνη την εποχή. Μόνο κάθε Αύγουστο και αν το φεγγάρι ήταν σαν κομμένο νύχι.

Οι κάτοικοι το σκέφτηκαν, το σκέφτηκαν πολλοί και μετά απο δυόμιση χρόνια, τριανταπέντε στροφές του ήλιου και δέκα του ωραίου Ωρίωνα γύρω απο την πόλη αποφάσισαν να στείλουν μια ομάδα με ποδηλάτες για να τον ψάξουν.

Οι πλούσιοι έκαναν βουτιές στις μεγάλες πισίνες τους, οι φτωχοί έσκυψαν το κεφάλι και φόρεσαν τις κουκούλες τους γεμίζοντας τους τοίχους με γκράφιτι και οι άσχετοι παρέμειναν άσχετοι κουνώντας νευρικά τα κεφάλια και τα χέρια τους.

Οι δαιμόνιοι ποδηλάτες βρήκαν κάποια ίχνη του στην Βραζιλία, μετά στην Πορτογαλία και οδηγήθηκαν στην Πορτοκαλία. Μια χώρα που το μόνο χρώμα που απουσιάζε ήταν το μπισκοτί CDB79E. Ύποπτο αυτό...

Σε έναν άλλον παράλληλο κόσμο, σε μια άλλη παράλληλη πόλη ο andrenaline junkie ή αλλιώς Χριστός, πάλευε με νύχια και με δόντια για την ζωή του. Μέχρι που ο αντίπαλος με μια επιδέξια κίνηση του έβγαλε και τα είκοσι νύχια. Ο Χριστός έσφιξε τα δόντια και του έριξε μια γροθιά στο στομάχι χτυπώντας έτσι όλο το σύστημα. Η παράλληλη πόλη άρχισε να καταρρέι. Αυτό εγκυμονούσε κινδύνους και για την αρχική πόλη.

Ο Χριστός έπρεπε να βρεί τρόπο να ξεφύγει απο αυτήν την δύσκολη κατάσταση και υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι ποτέ δεν θα έβλεπε ξανά στην τηλεόραση ειδήσεις με δημοσιογράφους γυναίκες που κυλιούνται στην λάσπη και ξεμαλλιάζονται. Όση ώρα σκεφτόταν ο αντίπαλος του υποχώρησε αφήνοντας πίσω του βδελυρές πατημασιές.

Απο είχε έρθει? Πως θα έσωζε την ζωή του αλλά και αυτή των κατοίκων της αρχικής πόλης? Θα έστελναν πάλι τον Πακιντζή στην Γιουροβίζιον? Όλα αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα έκαναν τον Χριστό να θέλει να κάνει τον γύρο του θανάτου με το μηχανάκι του και να αυτοκτονήσει.

Τελικά κατέληξε στον παράλληλο Παράδεισο της παράλληλης πόλης να κάνει αιώνια βόλτες με ένα piaggiot σε μπισκοτί χρώμα.

Χαίρε andreline junkie! Τα μονόπτερα (αγγελάκια) σε χαιρετούν!

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

Μαζεύοντας βατόμουρα

Με λένε Ισμαήλ Ουλέμπα και ανήκω σε δεύτερη γενιά γαιοκτημόνων. Ο πατέρας μου, ένας φιλήσυχος και δίκαιος άνθρωπος, ο δικαστής του τοπικού χωριού για προφανής λόγους, πέθανε όταν εγώ βρισκόμουν στα 18 μου και μαζί με τους μπελάδες του πρωτότοκου, την μηνιαία διατροφή στα δύο εξώγαμα του, μου άφησε και έξι στρέμματα απο χωράφια με βατόμουρα.

Ο αδερφός μου ο Λου, ο δευτερότοκος, δεν ήταν ποτέ του θαρραλέος, παρά έτρεχε πίσω απο τα φουστάνια της μάνας μας και τώρα της γυναίκας του, μιας ικανής και καπάτσας λεαίνας που της αρέσει να μαστιγώνει με αγριότητα τους υπηρέτες όταν δεν της ξεμπερδεύουν τα μαλλιά. Ακριβώς όπως η μάνα.

Η αδερφή μας η Ίγκε, είναι χαμένη στον κόσμο των βιβλίων και των μαθηματικών. Ποτέ της δεν το εκμμεταλεύτηκε και πάντα σώπαινε μπροστά στους πιθανούς γαμπρούς. Οι άντρες θέλουν τις γυναίκες κατώτερες αλλά ανώτερες απο τους σκλάβους μας. Αν και στο κρεβάτι, μόλις σβύσεις τα φώτα, όλες ίδιες μοιάζουν.

Όσο για μένα...Διασκεδάζω να βλέπω τους λευκούς ανθρώπους να μαζεύουν κάθε μέρα τα βατόμουρα, τα χέρια τους να ξεσκίζονται απο τα αγκάθια, τα πόδια τους και τα παιδιά τους να τσαλαβουτάνε στις λάσπες και να κοιτάζουν με δακρυσμένα μάτια.

Κάθε πρωί περιποιούμαι το σοκολατένιο μου δέρμα με λάδι ελιάς και διάφορα βότανα της μητέρας γης, βότανα μυστικά που ποτέ δεν θα αποκαλυφθούν στους άσπρους.

Πριν λίγες μέρες η όμορφη υπηρέτρια μας η Ανν, μου ανακοίνωσε ότι είναι γκαστρωμένη. Εύχομαι το παιδί, να πάρει τα κρύα γαλάζια μάτια της και ο αρραβωνιαστικός της να αρκεστεί σε ένα ευτελές ποσό αν θέλει να ζήσει λίγα χρόνια παραπάνω. Μετά τον νόμο που κύρηξε η τοπική αυτοδιοίηκηση για την απαγόρευση της γέννας άσπρων παιδιών, ανακουφιστήκαμε. Οι καταραμένοι γεννάνε σαν τα ποντίκια. Τώρα κάθε οικογένεια επιτρέπεται να έχει μόνο ένα κατοικίδιο, αν δεν θέλουν να τους κρεμάσουμε.

Ο Αμερικάνικος Νότος δεν είναι όπως παλιά...