Mια φορά και έναν καιρό, σε ένα άσπρο και μεγάλο τροχόσπιτο ζούσε μια κοπέλα που όλοι την φώναζα Ιουλιέτα, γιατί έβγαινε έξω μόνο κάθε Ιούλιο.
Μια φορά και έναν καιρό, σε έναν παλιό και μαυρισμένο απο τον καιρό φάρο, ζούσε ένα αγόρι που όλοι τον φώναζαν Ρωμαίο. Έτσι φώναζε ο γέρος του φάρου τον γάτο του και έτσι ονόμασε και το μωρό όταν το βρήκε ένα κρύο πρωινό του Δεκέμβρη.
Η Ιουλιέτα φορούσε πάντοτε ένα καφέ φόρεμα και ένα άσπρο πουκάμισο. Η ντουλάπα της ήταν γεμάτη απο 199 τέτοια φορέματα και 198 πουκάμισα. Το ένα το είχε κάψει στο σίδερο.
Ο Ρωμαίος ήταν ωραίος και ωραιοπαθής και όποτε διαπίστωνε ότι το είδωλο του στον καθρέπτη είναι πιο όμορφο απο αυτόν, τον έπαιρνε και τον έσπαγε στον τοίχο για να κοιτάξει τα θραύσματα ενός άσχημου Ρωμαίου γιατί κανείς δεν επιτρεπόταν να είναι πιο όμορφος απο αυτόν.
Αν και έμεναν στην ίδια πόλη αυτοί οι δύο δεν είχαν ποτέ συναντηθεί, δεν είχα ποτέ διασταυρωθεί οι ματιές τους όπως δύο φλόγες που δεν γνωρίζει η μία την ύπαρξη της άλλης, έτσι φούντωσε ο έρωτας και η αγωνία τους μόλις είδε ο ένας τον άλλον να στρίβει στην γωνία.
"Μα πόσο υπέροχο πλάσμα ήταν αυτό?" αναφώνησε ο Ρωμαίος
"Ο θεός έρωτας κατέβηκε στην γη!" είπε ριγώντας ολόκληρη η Ιουλίετα.
Και απο τότε δεν πέρασε ούτε μέρα που να μην σκεφτεί ο ένας τον άλλον, που να μην δημιουργηθούν μαύρα σύννεφα απο την στεναχώρια τους που δεν έβλεπαν ο ένας τον άλλον μέχρι που αγάνακτησαν οι κάτοικοι της πόλης απο την πολύ βροχή και αποφάσισαν να πάρουν την Ιουλίετα απο το χέρι και να την κατευθύνουν στον απόκρημνο φάρο.
"Μα δεν είναι Ιούλιος ακόμα! Αν βγώ τώρα απο το τροχόσπιτο δεν θα με ξαναφωνάξετε Ιουλίετα!" φώναζε και οδυρόταν.
"Έλα να δεις τον αγαπημένο σου" της απαντούσαν οι κάτοικοι "και κανείς δεν θα ξεχάσει τα ονόματα σας μιας και σε αυτά θα βασιστούν και άλλοι εραστές, θα γίνετε ποιήματα, ταινίες, ανέκδοτα αλλά και σοκολάτες! Έλα, μην αργείς γιατί θα καταντήσουμε Βενετία!"
Το τελευταίο άρεσε στην Ιουλιέτα γιατί σίγουρα δεν θα υπήρχε σοκολάτα γλυκήτερη απο τον Ρωμαίο της.
Όταν έφτασε το εξοργισμένο πλήθος με την Ιουλιέτα κάτω απο τον φάρο, ο Ρωμαίος ήταν τόσο απασχολημένος μέσα στην μπανιέρα του με τα αρωματικά άλατα που δεν μύρισε καθόλου τι γινόταν κάτω απο τον φάρο. Μόνο μετά απο 3 ώρες που είχε βγάλει λέπια και είχε γίνει γοργόνος άκουσε το σούσουρο κάτω απο το μοναδικό μάτι του φάρου - κύκλωπα.
Οι αργόσχολοι, οι υπομονετικοί και τα παιδιά που δεν έφυγαν απαιτούσαν απο τον Ρωμαίο να σταματήσει τις άσχημες σκέψεις μιας και του έφεραν αυτό που ποθούσε η καρδούλα του. Με μιας η Ιουλιέτα πέταξε με τα φανταστικά φτερά απο παγώνι που είχε στους ώμους της και βρέθηκε στην αγκαλιά του Ρωμαίου της. Παρ' όλα αυτά αν και βγήκε ήλιος άρχισε να χιονίζει.
"Με ήλιο και βροχή, παντρεύονται οι φτωχοί...
Με ήλιο και με χιόνι, παντρεύονται οι αρχόντοι...
Με ήλιο και φεγγάρι, παντρεύονται οι όνοι..."
άρχισε να τραγουδά το πλήθος καθώς έφευγε.
"Όνοι?" είπε ένα παιδάκι το οποίο χάλασε την συγχορδία. Περιττό να πούμε ότι βρέθηκε μετά πεθαμένο στο κρύο γεμάτο μώλωπες απο ρόπαλα.
Το πλήθος συνέχισε το γλοιώδες τραγούδι του.
Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα γρήγορα βρέθηκαν στο κρεβάτι, με τα ρούχα μιας και η ηθική τους δεν τους επέτρεπε κάτι άλλο. Ψιθύριζαν λόγια αγάπης, λόγια ερωτικά, λόγια μαλακά. Φιλιόντουσαν με φιλιά, ζωντανά, φλογοβόλα, ψυχεδελικά σχεδόν.
Η Ιουλιέτα, αφού τον κοίταξε στα μάτια, δάγκωσε το αυτί του και του το ξερίζωσε. Το έφαγε και με το στόμα της γεμάτο αίματα τον φίλησε, αφήνοντας τον να της δακώσει και να της σκίσει τα ζουμερά χείλη της.
Αφού φαγωθήκαν με αυτόν τον τελετουργικό τρόπο, πάντα κοιταζόντας ο ένας στα μάτια τον άλλον, πέθαναν. Τότε ο ήλιος που ήταν κρυφά ερωτευμένος με την Ιουλιέτα σταμάτησε να ανατείλει σε αυτήν την πόλη και ονομάστηκε "Η ψυχοραγούσσα πόλη".
Μετά απο πολλά, πολλά χρόνια και 8 μήνες, ένα νέο άτομο βρέθηκε να διεκδικεί τον πύργο. Μια χήρα συγγραφέας, ετών 26, με δύο ονόματα και τέσσερα επίθετα. Βρήκε τα πτώματα των δύο εραστών ανέπαφα, με τα πόδια τους ενωμένα, τυλιγμένα με ένα σάβανο που είχε βαφτεί με το αίμα τους και ήταν σε σχήμα καρδιάς. Απο πάνω τους, ο χάρος, σκονισμένος και με την λεπίδα του σκουριασμένη, να κοιμάται και να έχει αφήσει το καθήκον του.
Η συγγραφέας με τα δύο ονόματα και τα τέσσερα επώνυμα, τίναξε τα μακριά κόκκινα μαλλιά της, λίγο πιο κοντά απο της Ραπουνζελ, και τον ξύπνησε. Του ετοίμασε καφέ της παρηγοριάς και ούισκυ και τον ερωτεύτηκε για πάντα.
Τέλος...(Υποθέτω...)